Δημοσθένης Γούλας

Written by Super User. Posted in Το χωριο μας - άνθρωποι - ΔημΓούλας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ Γ. ΓΟΥΛΑΣ

            Ο Δημοσθένης Γούλας γεννήθηκε στη Γρανίτσα στις 15 Δεκεμβρίου 1916. Στο χωριό πήρε τα πρώτα γράμματα και τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο. Το πατρικό του σπίτι, αρκετά χιλιόμετρα από το χωριό, στο συνοικισμό της Άνω Ποταμιάς, αντέχει ακόμα στο χρόνο και δεσπόζει ανάμεσα σε γέρικα πλατάνια και φουντωμένα πουρνάρια. Από αυτό το σπίτι ξεκινούσε κάθε πρωί με άλλα παιδιά της γειτονιάς και με ένα κομμάτι μπομπότα, για το σχολείο του χωριού. Τελειώνοντας το δημοτικό πήγε στο γυμνάσιο του Προυσού με υποτροφία και τελείωσε με άριστα το Ημιγυμνάσιο. Το 1933 αποφάσισε να εγκαταλείψει την Ευρυτανία και κατέβηκε στην Αθήνα, αναζητώντας καλύτερη τύχη. Γεμάτος θέληση και αισιοδοξία πήρε το πτυχίο της ΠΑΝΤΕΙΟΥ ανωτάτης σχολής Πολιτικών επιστημών, της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής, της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Ανωτέρων Γεωργοοικονομικών Σπουδών. Πήγε για μετεκπαίδευση στην Ουάσιγτων για δύο χρόνια (1951-1952) με υποτροφία του Ο.Η.Ε. σε θέματα δημόσιας διοίκησης και επιλογής προσωπικού.

            Η επιστροφή του σήμανε τη δυναμική παρουσία του σε υψηλές θέσεις της δημόσιας ζωής στις οποίες διέπρεψε. Εργάστηκε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, στο Μετοχικό Ταμείο Στρατού, στο Υπουργείο Εσωτερικών ως ανώτερος υπάλληλος , στο Υπουργείο Συντονισμού ως προσωπάρχης για πέντε χρόνια και ως σύμβουλος αρχικά και ως αντιπρόεδρος αργότερα του Ανωτάτου Συμβουλίου Δημοσίων Υπηρεσιών, (ΑΣΔΥ). Δίδαξε ως καθηγητής στη Σχολή Δημοσίων Υπαλλήλων και στις Σχολές Αστυνομίας Πόλεων και έκανε πολλά και διάφορα σεμινάρια. Επίσης υπηρέτησε ως νομάρχης στις Νομαρχίες Χαλκιδικής, Φθιώτιδας, Αρκαδίας και Ευβοίας όπου άφησε ανεξίτηλα σημάδια νοικοκυροσύνης και γράφτηκαν για το πρόσωπό του επαινετικοί διθύραμβοι.

            Όλα αυτά τα χρόνια ο Δημοσθένης Γούλας δεν ξέχασε ούτε στιγμή το χωριό του. Μαζί με το Διοικ. Συμβούλιο της Αδελφότητας Γρανιτσιωτών την οποία ίδρυσε από το 1952 μαζί με άλλους Γρανιτσιώτες, πάσκιζε καθημερινά για την επίλυση χρόνιων και σοβαρών προβλημάτων του χωριού. Έτσι υδροδοτείται το χωριό με το νερό που μεταφέρεται από τις πλαγιές του Καλόγερου, τις γνωστές στους ντόπιους πηγές του Πούντου. Αναμορφώνει το χωριό μεταφέροντας τους απομακρυσμένους κατοίκους, στους οποίους παραχωρήθηκαν οικόπεδα και κτίστηκαν όμορφα και σύγχρονα σπίτια. Φιλοτεχνούνται και αποκαλύπτονται σε ειδική τελετή στο χωριό οι προτομές των άξιων τέκνων της Γρανίτσας, Στέφανου Γρανίτσα, Ζαχαρία Παπαντωνίου και Ιωάννη Κωνσταντίνου.

            Με επίμονες προσωπικές προσπάθειες εγκρίνεται από το Υπουργείο Παιδείας η λειτουργία στο χωριό 3θέσιου Γυμνασίου και αργότερα Λυκείου, τα παιδιά των οποίων, 200 τον αριθμό περίπου, σιτίζονταν σε οικοτροφείο που συντηρούσε η Αδελφότητα Γρανιτσιωτών. Το 1975, με ενέργειες του ιδίου την ευθύνη συντήρησης αναλαμβάνει το Εθνικό Ίδρυμα. Την ίδια χρονιά ο Δημοσθένης Γούλας καταφέρνει και απονέμεται στην Αδελφότητα Γρανιτσιωτών βραβείο σε πανηγυρικά συνεδρίαση της Ακαδημίας Αθηνών. Την ίδια επίσης χρονιά (1975) ιδρύει στη Γρανίτσα Λαϊκό Μουσείο και τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του Ισμήνη που ομολογουμένως υπήρξε πολύτιμη συνεργάτης στη ζωή του, μοχθούν στην προσπάθειά τους να συγκεντρώσουν διάφορα αντικείμενα για να πλουτίσουν το Μουσείο. Αργότερα, το 1981 ίδρυσε το Ίδρυμα Δημοσθένους και Ισμήνης Γούλα στο οποίο μεταφέρθηκε και το Λαικό Μουσείο. Το ίδρυμα αυτό τελευταία διαλύθηκε και όλη του η περιουσία περιήλθε με προεδρικό Διάταγμα στην Αδελφότητα.

            Το 1990 ο Δημοσθένης Γούλας έπειτα από μακρόχρονη ασθένεια φεύγει από τη ζωή και η κηδεία του έγινε στη γενέτειρά του τη Γρανίτσα. Μετά από τρία χρόνια η Αδελφότητα Γρανιτσιωτών με δαπάνες της φιλοτέχνησε και του έστησε ανδριάντα στην κεντρική Πλατεία του χωριού.

            Στην όλη δημόσια διαδρομή του ο Δημοσθένης Γούλας τιμήθηκε με τα παρακάτω παράσημα και μετάλλια: Ταξιάρχης, Φοίνικας, Χρυσός Σταυρός Χιλιετηρίδας Αγίου Όρους, οικουμενικού Πατριαρχείου, χρυσό Μετάλλιο Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου, Χρυσός Σταυρός μετά δάφνης του Ε.Ε.Σ., Μετάλλιο Φίλων του Προσκοπισμού, Μετάλλιο Θυσίας Καψάλη Ι.Μ. Μεσολογγίου και τέλος χρυσό κλαδί της Πόλης Αρκάντα Η.Π.Α.

            Εκτός από τις πολλές διαλέξεις που έδωσε με κυριότερο θέμα την τύχη της Ελληνικής Περιφέρειας, που έβλεπε να αργοσβήνει, έγραψε και πάρα πολλά βιβλία, κυριότερα των οποίων είναι: Οι χωριανοί μου, Η Ευρυτανία και τα προβλήματά της - 1946, Το Άγιο Όρος και η Χαλκιδική - 1953, Ροβολάει ένας λεβέντης - 1959, Δυό μορφές της Ρούμελης: Ζαχ. Παπαντωνίου και Στεφ. Γρανίτσας - 1961, Στην πατρίδα του Κολοκοτρώνη - 1966, Δημόσιοι υπάλληλοι και πολίται - 1966, Στρατηγός Ιωάννης Κωνσταντίνου - 1971 και Προσκύνημα στη Ρούμελη - 1976.

ΟΙ ΧΩΡΙΑΝΟΙ ΜΟΥ

 ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

 Οι γυναίκες, οι ηρωίδες αυτές τής υπαίθρου, που πότε τις βλέπεις στον αργαλειό, πότε στο χωράφι, στη βοσκή των ζώων και στις τόσες δουλειές τού σπιτιού, καρτερούν στο κονάκι. Εκεί αργά, το δειλινό, αφού θα πέσει ο ήλιος και θα ισκιώσουν τα ριζά, οι κοπέλλες θα ποτίσουν τους βασιλικούς και οι γριές γιομάτες προσδοκία θα πιάσουν τα πεζούλια για ν’ αγναντεύουν ως πέρα μακριά, ως εκεί που το μάτι κόβει ανθρώπινη παρουσία στο δρόμο, σαν κάτι να προσμένουν. Κάποιο παιδί τους που χάθηκε στον πόλεμο, ή δεν έδωσε σημεία ζωής απ΄την ξενητειά που πήγε χρόνια τώρα. Το μάτι τους στηλωμένο στον ορίζοντα, καρφωμένο με τη σκέψη που το δέρνει, αντικρύζει λυπημένο το θάμπος τής βραδιάς που έρχεται. Το γεροντικό κορμί θα σηκωθεί αργά, θ’ αναστενάξει και θα τραβήξει για τον «οντά».

ΟΙ ΧΩΡΙΑΝΟΙ ΜΟΥ

 Ο ΓΕΩΡΓΟΣ

 Πολύ λίγο θα γνοιαστεί για τη διεθνή κατάσταση. Είναι ακατατόπιστος σ’ αυτά τα ζητήματα. Εφημερίδα δε διαβάζει, ραδιόφωνο δεν ακούει, πού θέλεις να τα ξέρει όλα τούτα τα μπερδεμένα πράματα; Εξ’ άλλου δεν έχει και τον καιρό ν’ ασχοληθεί. Αυτά είναι για τους αργόσχολους. Αυτός ξέρει μόνο πως η γη είναι σκληρό αφεντικό και πρέπει να κουραστεί πολύ για να το καλοπιάσει. Ξέρει πως αν δουλέψει καλά το χωράφι του, όλα θα πάνε καλά και θα ζήσει την οικογένειά του το χειμώνα. Τα άλλα δίνουν ψωμί; αναρωτιέται.

... Την Κυριακή και τις γιορτές δεν κάνει τίποτα. Τόχει σε κακό να δουλέψει χρονιάρες μέρες. Τέτοιες μέρες θα πάει στην εκκλησιά μ’ όλη του την οικογένεια και μετά τη λειτουργία, θα μείνει εκεί έξω στα πεζούλια τής εκκλησιάς για να κουβεντιάσει με τους άλλους χωριανούς.

ΟΙ ΧΩΡΙΑΝΟΙ ΜΟΥ

 Ο ΑΓΩΓΙΑΤΗΣ

Φορτώνει το ζώο με σανό, καλαμποκιές ή άχυρο για να μην πληρώσει στα χάνια που θα μείνει, βάζει στην τσέπη του κάμποσο καπνό δικής του παραγωγής, μερικά καλαμποκόφυλλα για τσιγαρόχαρτο, ένα βελόνι με κλωστή, μήπως κατά τύχη σπάσει το τσουβάλι και χυθεί το καλαμπόκι και πριν ακόμα ξημερώσει ξεκινάει για τον προορισμό του, που είναι συνήθως η πρωτεύουσα τής επαρχίας του, και μαζί το εμπορικό της κέντρο.

Εκεί θα πάει να μεταφέρει τα ψώνια για το μπακάλικο τού χωριού, το καλαμπόκι τής θειά-Γάκαινας, τα τρόφιμα τής διανομής ή ό,τι άλλο βρεθεί. Το βράδυ, κι’ άν ακόμη μπορούσε να μπει στην πόλη, δε θα το κάνει, παρά θα μείνει κάπου παραόξω για να βοσκήσει το ζώο και να γλυτώσει κάμποσα έξοδα. Μόνο αν βρέχει θα πάει σε κανένα χάνι για να περάσει τη βραδιά. ....

... Εκτός απ’ την κύρια αποστολή του ο αγωγιάτης έχει να εκτελέσει και πάρα πολλές άλλες μικροπαραγγελίες. Δεν πρέπει να ξεχάσει τα παπούτσια που του είπε ο μπάρμπα-Θανάσης, τις ενέσεις τής κυρά-Χρήσταινας, το νήμα για τη Φρόσω, την εφημερίδα τού δάσκαλου, τις καραμέλλες για τα παιδιά και τόσα άλλα ακόμη.

ΡΟΒΟΛΑΕΙ ΕΝΑΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ

ΓΙΑΤΙ ΦΕΥΓΟΥΝ ΟΙ ΕΥΡΥΤΑΝΕΣ

Γιατί να μη φύγουν; Και τί να πρωτοθυμηθεί κανένας από ‘κεί και τί να ζηλέψει; Τη μπομπότα, που την κυνηγούσαν ολοχρονίς; Τους γιατρούς, που ήθελε μια μέρα δρόμο να τους συναντήσει; Τα γίδια, που πότε τ’ απαγόρευαν και πότε τα επέτρεπαν, λες κι’ η κοιλιά τους είναι ζήτημα νομοθετικής ρυθμίσεως; Την ξυπολησιά, που γύριζαν «με τα δάχ’λα όξου»; Τα χάνια, στα οποία ξενύχταγαν βρεμένοι; Τα σχολεία, που ήθελαν δυο ώρες για να τα πλησιάσουν; Το κρέας, που το έβλεπαν 3-4 φορές το χρόνο; Κι’ ακόμα, την έλλειψη κάθε πνευματικής κινήσεως, κάθε ψυχαγωγίας, μακρυά απ’ τις εκδηλώσεις τής σύγχρονης κοινωνικής ζωής;

ΡΟΒΟΛΑΕΙ ΕΝΑΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ

ΟΙ ΕΥΡΥΤΑΝΕΣ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ

Το Ευρυτανικό χωριό γνωρίζει περισσότερο τον Έλληνα μετανάστη και τον αγαπάει. Δεν ειρωνεύεται τα χρυσά ρολόγια και την παρδαλή γραβάτα του. Τον συμπαθεί, γιατί βλέπει σ’ αυτόν μια ολόκληρη ιστορία, μια προσπάθεια, ένα μόχθο. Ξέρει τί χρωστάει σ’ αυτόν, πόσα καλά έκαμαν και κάνουν τα εμβάσματά του, με τα οποία ενίσχυσε και ενισχύει τους δικούς του. Ακόμα, οι γονείς και η μικρή του πατρίδα είναι υπερήφανοι, γιατί οι λιτοί και άσημοι εκείνοι νέοι, που άφησαν κάποτε τη γαλανή πατρίδα, προώδεψαν αρκετά, διατήρησαν και διατηρούν έντονη τη σφραγίδα τής συγκίνησης και τής νοσταλγίας για την ελληνική πατρίδα, τα ήθη και τα έθιμά της.

ΡΟΒΟΛΑΕΙ ΕΝΑΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Γι’ αυτό, θάλεγα, όχι πια γυμνάσια. Όχι κολυβογράμματα. Γεωργοκτηνοτροφικές σχολές. Έτσι θ’ ανέβει ετούτος ο τόπος. Τα νέα παιδιά που τελειώνουν γυμνάσιο εννοούν να πιαστούν απ’ την κρικέλα – εννοώντας τον Κρατικό προϋπολογισμό. Υπάλληλοι είναι το όνειρό τους να γίνουν. Και μάλιστα υπάλληλοι μακρυά απ’ τον τόπο τους.

Πώς θέλετε να προκόψουμε; Στα πρώτα χρόνια των σπουδών μας το καλαμπόκι το λέμε αραβόσιτον, κι’ ύστερα τον ξεχνάμε κι’ αυτόν.

Ντρεπόμαστε να πούμε πως είμαστε αγρότες, μας κακοφαίνεται ακόμα και να σιουρίξουμε μια ζημιάρα γίδα απ’ το σπαρτό τού γείτονά μας.

Ο νέος που γυρίζει το καλοκαίρι απ’ το γυμνάσιο στο χωριό, δε θα βοσκήσει ποτέ την αγελάδα του, δε θα αρμέξει τη γίδα του, δε θα φράξει τον κήπο του, και θα περιμένει απ’ τη βασανισμένη και κουρασμένη μάννα και αδελφή να του φέρουν και τα φρούτα και το αυγό στο πιάτο. Γιατί είναι μορφωμένος. Και τις αγροτικές και χειρωνακτικές δουλειές στην Ελλάδα τις έχουμε ταυτίσει με την αγραμματοσύνη.

Στοιχεία επικοινωνίας

Η Αδελφότητα Γρανιτσιωτών στεγάζεται σε αίθουσα πολλαπλών χρήσεων στο εσωτερικό τής πλατείας Νικολαΐδη, στον Καρέα (Τ.Κ. 16233) του Βύρωνα, έπειτα από ευγενική παραχώρηση του πρώην δημάρχου Βύρωνα Νίκου Χαρδαλιά. Η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μας είναι η info@engranitsi.gr και ελέγχεται καθημερινά. Τα τηλέφωνα των μελών τού παρόντος Δ.Σ. φαίνονται στην συνημμένη εικόνα.